δημοποίητος

δημοποίητος
made a citizen
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημοποίητος — δημοποίητος, ον (Α) (για ξένους ή απελεύθερους) αυτός που πολιτογραφήθηκε, που έγινε πολίτης …   Dictionary of Greek

  • δημοποίητον — δημοποίητος made a citizen masc/fem acc sg δημοποίητος made a citizen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοποιήτοις — δημοποίητος made a citizen masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοποιήτου — δημοποίητος made a citizen masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοποιήτους — δημοποίητος made a citizen masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοποιήτων — δημοποίητος made a citizen masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοποίητα — δημοποίητος made a citizen neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοποίητοι — δημοποίητος made a citizen masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.